Ερμηνεία της Ζωγραφικής Τέχνης (Α’ ΜΕΡΟΣ)

Ερμηνεία της Ζωγραφικής Τέχνης (Α’ ΜΕΡΟΣ)

Αγιογράφος, διδάσκαλος της αγιογραφίας, υμνογράφος, καθηγητής ψυχών, κτήτορας μονών, ο ιερομόναχος Διονύσιος είναι επίσης κτήτορα του ιερού ημών Κελλίου του Τιμίου Προδρόμου στις Καρυές του Αγίου Όρους. Γραμμένη στο χρονικό διάστημα 1728-1733,  αποτελεί επί τρείς και πλέον αιώνες πολύτιμο εγχειρίδιο και μοναδικό σημείο αναφοράς για όσους επιθυμούν να μυηθούν στην τέχνη της αγιογραφίας. Το φιλόκαλο πόνημα του ιερομονάχου Διονυσίου κυκλοφόρησε αρχικά σε φυλλάδες, συχνά χειρόγραφες, στα διάφορα εργαστήρια αγιογραφίας, ενώ ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά μεταφράζεται και γνωρίζει αλλεπάλληλες εκδόσεις σε διάφορες γλώσσες*.

Ερμηνεία ζωγραφικής τέχνηςΓια να κατανοήσουμε καλύτερα αυτήν τη διάσταση της Ερμηνείας, πρέπει να θυμηθούμε τις συνθήκες που επικρατούσαν στις αρχές του 18ου αιώνα. Αν ο 14ος αιώνας στο Βυζάντιο μοιάζει μακρύ ψυχορράγημα, ο 18ος αιώνας αποτελεί για τους Ρωμιούς μια πρώτη αναλαμπή ανανήψεως.

Η βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των υποδούλων Ελλήνων επιτρέπει την ανέγερση εκκλησιών και σχολείων και την έκδοση βιβλίων. Διάχυτος είναι ο πόθος για πνευματική και εθνική αφύπνιση. Ωστόσο, οι τρείς σκληροί αιώνες που προηγήθηκαν έχουν αφήσει βαρειά κληρονομιά, καθώς οι τότε συνθήκες δεν ευνοούσαν τη διατήρηση και ανανέωση της βυζαντινής τέχνης και εικαστικής παράδοσης.

Ταυτόχρονα, η στροφή του τσάρου Πέτρου του Μεγάλου προς δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα σήμανε το τέλος της βυζαντινής επιρροής στη ρωσική ζωγραφική, που είχε κορυφωθεί με το έργο φωτισμένων αγιογράφων του 15ου αιώνα, όπως ο Ρουμπλιώφ, ο Πρόχορ, ο Θεοφάνης ο Έλληνας. Διασαλεύθηκαν τότε τα αισθητικά και θεολογικά κριτήρια των Ρωμιών, με αποτέλεσμα δημιουργοί της Παλαιολόγειας Αναγεννήσεως όπως ο Μανουήλ Πανσέληνος, ή της Κρητικής Σχολής όπως ο Θεοφάνης, να έχουν λησμονηθεί και το έργο τους να φαίνεται απόμακρο. Την ίδια εποχή, φτάνουν στον ελλαδικό χώρο οι ιδέες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, που προβάλλουν το αίτημα της χειραφέτησης του ανθρώπου και της ανθρώπινης έκφρασης από το Θεό.

Η ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης

Κιβωτός της Ορθοδοξίας, το Άγιον Όρος αντιδρά τότε με διάφορους τρόπους που όλοι τους στοχεύουν στην υπεράσπιση και διαφύλαξη των πατρώων παραδόσεων. Ο άγιος νεομάρτυς Κοσμάς Αιτωλός (1714-1779), ιερομόναχος στη Μονή Φιλοθέου, περιοδεύει ανά την Ελλάδα, χτίζει εκκλησίες, σχολεία, παρηγορεί τους κατατρεγμένους και διορθώνει τα χριστιανικά ήθη. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749-1809) διασώζει από τη λήθη πλήθος αγίων, συντάσσοντας τη Φιλοκαλία και το Συναξαριστή. Ο ιερομόναχος Διονύσιος (1670-1746), προηγείται χρονικά και, με την Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης, επιδίωξή του είναι να διαφυλάξει τη μορφή των αγίων, τις προϋποθέσεις και τον τρόπο απεικονίσεώς τους, ώστε οι αγιογράφοι να επιστρέψουν στα παλαιά πρότυπα, να μην επηρεάζονται από τη δυτική τεχνοτροπία, να μην αλλοιώνουν την ορθόδοξη εικονογραφική παράδοση.

* Γαλλικά (1845), γερμανικά (1855), ρωσικά (1868), παλαιοσλαβικά (περ. 1875-1885), αγγλικά (1886), ρουμανικά (1891), ιταλικά (1971), βουλγαρικά (1976), ιαπωνικά (1999), σερβικά (2005). Η πρώτη ελληνική έκδοση της Ερμηνείας (cod. gr. 708 στην Δημόσια Κρατική Βιβλιοθήκη Πετρούπολης) κυκλοφόρησε το 1909, με επιμέλεια του Α. Παπαδοπούλου-Κεραμέως, δαπάναις της Αυτοκρατορικής Ρωσικής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Η παρούσα έκδοση ακολουθεί εκείνην του Α. Παπαδοπούλου-Κεραμέως με νέα στοιχειοθεσία και μορφή.

(συνεχίζεται)

“Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης”, ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΦΟΥΡΝΑ

Βρείτε εδώ το β’ μέρος του άρθρου

Αφήστε μια απάντηση