Ένας από τους καλύτερους ξυλογλύπτες ήταν μοναχός στα Καυσοκαλύβια!

Ένας από τους καλύτερους ξυλογλύπτες ήταν μοναχός στα Καυσοκαλύβια!

Έζησε 70 χρόνια στο Άγιο Όρος και έργα του έφτασαν μέχρι την Αμερική!

 

Σκάλιζε στο ξύλο αριστουργηματικές παραστάσεις με θέματα από τη Ζωή και τα Πάθη του Χριστού, έργα πολυπρόσωπα, δουλεμένα με αριστοτεχνικό τρόπο, με υπομονή, μεράκι και πάντα με τη συνοδεία προσευχής. Δίπλα στα εργαλεία του και το κομποσκοίνι, άλλωστε ο μεγάλος αυτός ξυλογλύπτης δεν ήταν άλλος από το μοναχό Αρσένιο τον Καυσοκαλυβίτη (1866 – 1956). Αυτοδίδαχτος στην τέχνη της ξυλογλυπτικής, ασκητής, ο οποίος έζησε στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους 70 χρόνια, με πολλή προσευχή, πολλή νηστεία και με απίστευτη προσήλωση στο εργόχειρο που αναλάμβανε δουλεύοντας μέχρι και 14 ώρες την ημέρα.

 

Έργα του έφτασαν μέχρι την Αμερική, φιλοξενήθηκαν σε ανάκτορα, θαυμάστηκαν από εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Έργα ενός ταπεινού μοναχού, που ο Θεός τον είχε προικίσει με μοναδικές ικανότητες, θαρρείς να δίνει ζωή στο ξύλο, τόσο όμορφες ήταν οι παραστάσεις του. Μάλιστα, για να ολοκληρώσει κάποιες από αυτές χρειάστηκε να δουλέψει μέχρι και δέκα ή δεκαπέντε χρόνια.

Ταπεινός μοναχός στα Καυσοκαλύβια

Ο μοναχός Αρσένιος ο Καυσοκαλυβίτης, κατά κόσμον Απόστολος Κόντος καταγόταν από τη Μυτιλήνη. Το 1885 έφτασε στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων και υποτάχθηκε στον Γέροντα Νικόδημο (†1907) της Καλύβης των Αγίων Πάντων, από τον οποίο έμαθε και την τέχνη της αγιογραφίας. Αργότερα όμως έμαθε το εργόχειρο της ξυλογλυπτικής, ενώ εκάρη μοναχός το 1887. Στη συνέχεια μετακινήθηκε στην Καλύβη της Ζωοδόχου Πηγής, όπου ζούσε ταπεινά, με προσευχή και νηστεία, ενώ λέγεται ότι έφθανε να εργάζεται 14 ώρες την ημέρα, συνήθως σκυμμένος δίπλα σ’ ένα ανοιχτό παράθυρο.

 

Ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός, που τον επισκέφθηκε με τον Νίκο Καζαντζάκη το 1914, γράφει στο ημερολόγιο του: «Πηγαίνομε έπειτα στον ξυλογλύπτη Αρσένιο που κάνε το εγκόλπιο των Καρύων, τη Δευτέρα Παρουσία. Αυτοδίδακτος άρχισε από μικρούς άξεστους σταυρούς. Δούλεψε 15 χρόνια τη Δευτέρα Παρουσία. Σε κάθε πρόσωπο έδωκε έκφραση. Στην όψη του έχει σταλαγμένο το φως της εργασίας. Στο μικρό του δωμάτιο όλα τα σύνεργα της τέχνης του».

Εκπληκτικές ξυλόγλυπτες αναπαραστάσεις

Έχει καταγραφεί πως ο πατέρας Αρσένιος σημάδεψε την ιστορία της ξυλογλυπτικής με τη «Δευτέρα Παρουσία», ένα εκπληκτικό έργο, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1915 και μερικά χρόνια αργότερα το 1920 παρουσιάστηκε στη Αθήνα. Λέγεται ότι τελικά μεταφέρθηκε στη Αμερική και αργότερα κατέληξε σε ιδιωτική συλλογή, ενώ κάποιο διάστημα είχε παρουσιαστεί και ως έκθεμα σε μουσεία. Αξίζει να αναφερθεί ότι επί 15 χρόνια σκάλιζε το έργο του «Δευτέρα Παρουσία» και επί 10 χρόνια ένα άλλο έργο του τη «Σταύρωση», που βρίσκεται στην Αμερική, και άλλη μία, που φυλάγεται στο συνοδικό της Μ. Λαύρας.

 

Ο ηγούμενος του Παρακλήτου, αρχιμανδρίτης Χερουβείμ, που τον συνάντησε το 1938, γράφει περί αυτού: «Η καλλιτεχνική του ψυχή ήταν αγιασμένη από την άσκηση. Την εργασία του την συνόδευε πάντοτε η νηστεία και η προσευχή. Στο πρόσωπό του έβλεπες τον άνθρωπο που ζούσε μόνο για τον Θεό και τον υπηρετούσε με την λεπτή, την λεπτοτάτη τέχνη του. Όταν τον εγνώρισα, ήταν περίπου εβδομήντα ετών. Καθόταν σταυροπόδι επάνω σ’ ένα μιντέρι. Γύρω του είχε σκορπισμένα τα εργαλεία. Στα χέρια κρατούσε ένα κομμάτι τσιμισίρι, ξύλο που συνήθως χρησιμοποιούν οι ξυλογλύπτες. Τα μάτια του ήσαν φωτεινά, σαν μικρού παιδιού. Το λευκό του πρόσωπο χωρίς καμία γεροντική ρυτίδα ακτινοβολούσε, ενώ η άσπρη του γενειάδα τον έκανε περισσότερο σεβάσμιο. Όλους όσοι είχαν την ευλογία από τον Θεό να τον γνωρίσουν, τους συνέπαιρνε. Τα σοφά του λόγια έβγαιναν από μία αγιασμένη καρδιά».

 

 

Πηγή: agioritikesmnimes.blogspot.com

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄1956-1983, σελ.557-560 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

http://www.pemptousia.gr

Αγγέλου Σικελιανού, Το Αγιορειτικό Ημερολόγιο, Αθήνα 1988, σσ. 202-204. Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου ιερομ., Ασκητικές μορφές και διηγή­σεις από τον Άθω, Άγιον Όρος 20013, σσ. 192-195.

Φωτογραφία: Σπύρος Μελετζής, 1950

Αφήστε μια απάντηση