Το Αγιορείτικο καθεστώς ως πρότυπο διακυβέρνησης- Α΄ Μέρος

Το Αγιορείτικο καθεστώς ως πρότυπο διακυβέρνησης- Α΄ Μέρος

Σε συνεργασία με τον λόγιο Αγιορείτη πατέρα Μάξιμο Ιβηρίτη, η ιστοσελίδα της Έκθεσης Προϊόντων Αγίου Όρους θα δημοσιεύει σε συνέχειες την εισήγηση του πατρός Μάξιμου με θέμα «Το Αγιορείτικον καθεστώς ως πρότυπον διακυβερνήσεως». Η εισήγηση παρουσιάσθηκε στο πλαίσιο ημερίδας για την Εκκλησιαστική Διπλωματία που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Πολιτιστικής Διπλωματίας στη Θεσσαλονίκη με θέμα «Διαθρησκευτικός διάλογος και διαθρησκευτική συνύπαρξη στην Ευρώπη». Ακολουθεί το πρώτο μέρος της ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας εισήγησης.

 

Ἐκλεκτή ὁμήγυρις, ἐπειδή τό Ἀθωνικόν καθεστώς γίνεται πολλάκις ἀντικείμενον συζητήσεων εἰς τούς Ἀθωνικούς διαλόγους καί προσφέρει θετικά στοιχεῖα διά τήν συνύπαρξιν καί δοχήν διαφορετικῶν ἀνθρώπων, ἐθεώρησα σκόπιμον ὅπως τοῦτο ἀποτελέσῃ θέμα εἰσηγήσεώς μου εἰς τήν σημερινήν Ἡμερίδα, μή διαλείπων τοῦ νά ἐκφράσω καί εὐχαριστίας πρός τούς διοργανωτάς διά τήν τιμητικήν πρόσκλησιν καί ἰδίᾳ πρός τόν φιλοαθωνίτην διαγγελέα ταύτης κ. Ἀλέξανδρον Βελισσαρόπουλον.

Ἡ σημερινή ἡμέρα, 17η Φεβρουαρίου, εἶναι ἡ γενέθλιος ἡμέρα τοῦ ἀοιδίμου πρώτου βασιλέως καί αὐτοκράτορος τῶν Χριστιανῶν Μεγάλου Κωνσταντίνου τοῦ Ἰσαποστόλου, υἱοῦ τοῦ βασιλέως τῶν δυτικωτάτων μερῶν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Κράτους Κωνσταντίνου τοῦ Χλωροῦ καί τῆς μακαρίας βασιλίσσης Ἁγίας Ἑλένης, γεννηθέντος μεταξύ τῶν ἐτῶν 273 καί 275 ἤ καί κατ’ ἄλλους τό 288 εἰς τήν Ναϊσσόν τῆς Ἄνω Μοισίας, ἤτοι τήν σημερινήν πόλιν Nis τῆς Σερβίας.

Ἡ προσωπικότης τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου συγκεντρώνει μέχρι σήμερον τόν θαυμασμόν τοῦ φιλίστορος κοινοῦ εἰς Ἀνατολήν καί Δύσιν, ἐπειδή ἐμφνίζεται εἰς τό ἱστορικόν προσκήνιον ὡς ἀνατροπεύς (ἀρχικῶς μετά τοῦ γαμβροῦ του Λικινίου) τῆς θρησκευτικῆς πολιτικῆς ἔναντι τῶν Χριστιανῶν, πολιτικῆς τήν ὁποίαν ἐφήρμοσαν οἱ προκάτοχοί των Ῥωμαῖοι αὐτοκράτορες. Εἰς αὐτήν ἀκριβῶς τήν πολιτικήν ἀνεξιθρησκείας καί θρησκευτικῶν ἐλευθεριῶν ἐστήριζεν οὗτος τήν δημιουργίαν μιᾶς μονοκρατορικῆς ἐξουσίας, μεταφέρων τήν ἰσχύν τῆς Ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας εἰς τήν Ἀνατολήν καί θεμελιώνων ταύτην εἰς μίαν νέαν ἑπτάλοφον πόλιν, ἥτις ἔλαβεν ἀργότερον τό ὄνομα αὐτοῦ ὡς πόλις τοῦ Κωνσταντίνου (Κωνσταντινούπολις).

Τό ἔγκριτον μέλος τῆς Βρεταννικῆς Ἀκαδημίας καί Καθηγητής τῆς ἀρχαίας ἱστορίας εἰς τό Πανεπιστήμιον τοῦ Λονδίνου, συγγραφεύς Ἄρνολτ Τζόουνς, ἀφηγούμενος τόν συναρπαστικόν Βίον τοῦ πρώτου Χριστιανοῦ ἡγεμόνος εἰς ἕν λογοτεχνικόν σύγγραμμά του, ὑπό τίτλον: » Ὁ Κωνσταντῖνος καί ὁ ἐκχριστιανισμός τῆς Εὐρώπης», ἐκδοθέν πρωτοτύπως εἰς τό Λονδῖνον τό 1946, λέγει ὅτι οὗτος ἀνέλαβε μίαν μοναδικήν ἐπιχείρησιν, ἤτοι τόν ἐκχριστιανισμόν τῆς αὐτοκρατορίας του, ἥτις ἀποτελεῖ συγχρόνως καί μίαν ἀπό τάς μεγαλυτέρας μεταῤῤυθμίσεις τῆς ἱστορίας.

Συμφώνως μέ τόν ἴδιον συγγραφέα, ἄν καί ὁ χριστιανισμός ἔχασε τήν ἀρχικήν του κοιτίδα, ἡ ὁποία ὑπέκυψεν εἰς τό Ἰσλάμ, ἐξησφάλισε τό μέλλον του εἰς τάς χεῖρας τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν, ἅτινα ἐπρόκειτο νά τόν μεταφέρουν καί εἰς τόν Νέον Κόσμον. Καί καλήγει μέ τό ἐρώτημα: «Ἄν δέν ἔβλεπεν ὁ Κωνσταντῖνος τό οὐράνιον ὅραμα τοῦ Σταυροῦ, θά εἶχαν γίνει ὅλα αὐτά;».

Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος συνδέεται στενώτατα καί μέ τήν Ἁγιώνυμον Μοναχικήν Πολιτείαν τοῦ Ἄθω. Μία τις ἀρχαία καί σύντομος ἱστορία τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω, ἀντιγραφεῖσα ἐξ ἑνός παλαιοῦ ἱστορικοῦ περγαμηνοῦ κώδικος καί μεταγλωτισθεῖσα ἐκ τοῦ ἀραβικοῦ εἰς τήν ἑλληνιήν γλῶσσαν κατά τό 5.990 ἔτος τῆς κοσμογονίας (482 ἀπό Χριστοῦ) ὑπό τοῦ Ἄραβος Βενιαμίν Μοναχοῦ, Βιβλιοφύλακος τῆς Ἱ. Μονῆς τοῦ Θεοβαδίστου Ὄρους Σινᾶ, λέγει ὅτι ὅτε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἠθέλησε νά κτίσῃ ἰδίαν πόλιν πλησίον τοῦ Ἄθω, ἐνεφανίσθη κατ’ ὄναρ ἡ Κυρία Θεοτόκος εἰς τόν Ἐπίσκοπον τῆς περιφερείας ταύτης (Ἅγιον Μᾶρκον Ἀρεθουσίων) καί εἶπεν, ὅτι τό Ὄρος τοῦτο ἐξελέξατο ὡς ἰδικόν Της κλῆρον. Τοῦτο πληροφορηθείς παρά τοῦ Ἐπισκόπου ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, εἶπεν ὅτι δέν ἤθελε νά ἔχῃ ἀντίδικον τήν Παναγίαν· καί ἐφ’ ὅσον τό θέλημά Της ἦτο νά κατοικοῦν Μοναχοί, διά τό εἶναι τόν Ἄθω «κλῆρον ἴδιον τῆς Θεοτόκου», μετώκισε τούς κατοίκους τοῦ Ὄρους τοῦ Ἄθω μακράν αὐτοῦ (εἰς τήν Πελοπόννησον).

Λέγεται δέ, ὅτι οἱ ῥηθέντες κάτοικοι εἶναι οἱ νῦν ὀνομαζόμενοι Τσάκωνες, κατά σύγκρασιν τῆς λέξεως τσέ Ἄθωνες εἰς Τσάκωνες, ἐπειδή εἰς τήν προφοράν αὐτῶν ἔκαμνον τήν χρῆσιν τοῦ τσέ.

Κατόπιν τούτου ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μετέβαλε γνώμην νά κτίσῃ τήν νέαν πρωτεύουσαν ἐπί τοῦ Ἀκανθίου ἰσθμοῦ τοῦ Ἄθω (παρά τήν σημερινήν Ἱερισσόν), καί ἀναχωρήσας ἐκεῖθεν μετέβη καί ἐτείχισε τό Βυζάντιον, ὀνομάσας τοῦτο Κωνσταντινούπολιν.

 

 

Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, συμφώνως μέ μίαν ἄλλην Ἁγιορειτικήν παράδοσιν, μετά τήν ματαίωσιν τοῦ ἀρχικοῦ του σχεδίου ἔκτισε τρεῖς Ἱ. Ναούς ἐν τῇ Ἀθωνικῇ χερσονήσῳ πρός τιμήν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐκ τῶν ὁποίων εἷς εἶναι ὁ τοῦ Πρωτάτου ἐν Καρυαῖς, οἱ δέ ἕτεροι ἐδομήθησαν ἔνθα ἡ Κυρία Θεοτόκος ἐπάτησε τούς πόδας κατά τήν ἀπόβασιν καί ἀναχώρησιν Αὐτῆς ἐξ Ἁγίου Ὄρους. Τούτους τούς Ἱ. Ναούς κατέστρεψεν Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης.

Τήν ἄφιξιν τῆς Θεοτόκου εἰς τόν Ἄθω ὁμοῦ μετά τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου εἰς τόν λιμένα τοῦ Κλήμεντος ἐν Κλεωναῖς (ἔνθα ἀπό παλαιοτάτων χρόνων κεῖται ἡ Ἱ. Μονή Ἰβήρων), ἀναφέρουν οἱ Κώδικες Ι΄ 31 καί Λ΄ 66 τῆς ἐν Ἄθῳ Λαυριωτικῆς Βιβλιοθήκης, καθώς καί διάφορα χειρόγραφα ὑπομνήματα καί ἱστορικά κείμενα (τά Πάτρια) διά τό Ἅγιον Ὄρος. Σημειωτέον ἐπίσης, ὅτι εἰς τόν ἐξωνάρθηκα τοῦ Καθολικοῦ τῆς Ἱ. Μονῆς Ἰβήρων, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀπεικονίζεται εἰς τοιχογραφίαν τοῦ 18ου αἰ. ἐν μέσῳ τῶν Κτιτόρων τῆς παλαιφάτου ταύτης Ἱ. Μονῆς.

 

Συνεχίζεται…

Αφήστε μια απάντηση