Ο ιερέας που έφερε το Θεό στους λεπρούς της Σπιναλόγκα

Ο ιερέας που έφερε το Θεό στους λεπρούς της Σπιναλόγκα

Κατάλυε τη Θεία Κοινωνία που περίσσευε χωρίς να κολλάει λέπρα!

 

 

Ο ιερομόναχος πατήρ Χρύσανθος Κουτσουλογιαννάκης έζησε στη Σπιναλόγκα και λειτουργούσε στους λεπρούς για δέκα ολόκληρα χρόνια. Ο παπάς της Σπιναλόγκα, όπως ήταν γνωστός, κατόρθωσε να φέρει το Θεό και την πίστη σε ένα μέρος που κυριαρχούσε ο πόνος και η απελπισία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος κατάλυε (έπινε) τη Θεία Κοινωνία, που περίσσευε χωρίς να κολλήσει λέπρα!

Οι ταλαιπωρημένοι κάτοικοι του μικρού αυτού νησιού ήταν, σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, οργισμένοι με το Θεό. Όταν ο παπάς τόλμησε να τους επισκεφθεί και να λειτουργήσει στον Άγιο Παντελεήμονα, που υπήρχε και ρήμαζε στο νησί, λέγεται πως τελικά στην πρώτη Λειτουργία δεν πάτησε κανείς. Ο ιερέας όμως ξαναπήγε. Τη δεύτερη φορά ένας από τους ασθενείς έφτασε μέχρι το κατώφλι του ναού.

«- Παπά, θα κάτσω στην Λειτουργία σου μ’ έναν όρο όμως. Στο τέλος θα με κοινωνήσεις. Κι αν ο Θεός σου είναι τόσο παντοδύναμος, εσύ μετά θα κάμεις την κατάλυση και δεν θα φοβηθείς τη λέπρα μου».

Ο ιερέας ένευσε συγκαταβατικά.  Στα κοντινά κελιά ακούστηκε η κουβέντα κι άρχισαν να μαζεύονται διάφοροι στο πλάι του ναού, εκεί που ήταν ένα μικρό χάλασμα, με λιγοστή θέα στο ιερό. Και είδαν τον παπά δακρυσμένο και γονατιστό να κάνει την κατάλυση.

 

 

Η λέπρα δεν τον άγγιζε!

Από εκείνη τη μέρα πέρασε μήνας. Οι χανσενικοί ασθενείς τον περίμεναν, αλλά πίστευαν πως η επόμενη φορά που θα πατούσε πόδι στο νησί τους θα ήταν ως ασθενής και όχι ως ιερέας. Όμως ο παπάς επέστρεψε υγιής και άρχισε με ηθικό αναπτερωμένο να χτυπά την καμπάνα του παλιού ναού. Έκτοτε και για δέκα χρόνια η Σπιναλόγκα είχε τον ιερέα της. Οι χανσενικοί ασθενείς αναστύλωσαν μόνοι τους της εκκλησία και την ίδια ώρα αναστύλωσαν και την πίστη τους.

Κοινωνούσαν τακτικά και πάντα κρυφοκοίταζαν τον παπά τους την ώρα της κατάλυσης, για να βεβαιωθούν πως το «θαύμα της Σπιναλόγκα» συνέβαινε ξανά και ξανά. Το 1957 με την ανακάλυψη των αντιβιοτικών και την ίαση των λεπρών, το λεπροκομείο έκλεισε και το νησί ερημώθηκε. Μόνο ο ιερέας έμεινε στο νησί ως το 1962, για να μνημονεύει τους λεπρούς μέχρι πέντε χρόνια μετά το θάνατό τους.

 

 

 

 

Απομόνωση

Ένας από τους κατοίκους της Σπιναλόγκας μιλάει για τον ιερέα που βρέθηκε κοντά τους χωρίς να δειλιάζει και για τα χρόνια που έμεινε πλάι τους βάζοντας το Θεό στην καθημερινότητα τους. «Ήμουνα λεπρός. Έζησα στη Σπιναλόγκα πολλά χρόνια. Η κατάστασή μας ήταν φρικτή. Η αρρώστια παραμόρφωνε τα πρόσωπα μας, έτρωγε τα άκρα μας. Ο φόβος της μόλυνσης έκανε όλους τους υγιείς ανθρώπους να μην τολμούν να μας πλησιάσουν. Ο γιατρός, οι νοσοκόμες, οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι άφηναν το νησί της φρίκης λίγο πριν τη δύση του ηλίου και πήγαιναν με βενζινάκατο στην Πλάκα. Φεύγοντας έκλειναν την πελώρια πύλη του βενετσιάνικου τείχους, που χώριζε την αποβάθρα από το χωριό μας. Νιώθαμε όλοι την ανάγκη ενός ιερέα. Εκείνος μόνο θα μπορούσε να μας παρηγορήσει με το λόγο του Θεού, να μας συμπαρασταθεί πνευματικά».

 

«Μας χαιρέτησε με χειραψία»

Όπως λέει όταν κάποια μέρα είδαν τον ιερέα στο νησί η έκπληξη ήταν μεγάλη. «Καταλάβαμε όλοι μας ότι ήρθε στο νησί, για να λειτουργήσει. Μόλις μας είδε ήρθε κοντά μας. Μας καλημέρισε με εγκαρδιότητα. Όλοι μας όρθιοι και με ελαφρά υπόκλιση τον καλωσορίσαμε. Κανένας μας όμως δεν έτεινε το χέρι του, για να τον χαιρετήσει. Ο λεπρός δεν πρέπει να χαιρετά με χειραψία. Κι αυτό, για να μη μεταδώσει την καταραμένη του αρρώστια. Τότε εκείνος μας χαιρέτησε όλους με χειραψία! Μας είπε απλά ότι θα μείνει κοντά μας, για να μας βοηθάει στην εκπλήρωση των χριστιανικών μας καθηκόντων. Η συγκίνησή μας ήταν μεγάλη».

 

Άγγιξε τις ψυχές τους

Ο ίδιος εξηγεί με δάκρυα στα μάτια πως τελικά ο ιερέας έγινε κομμάτι της ζωής τους και τους βοήθησε να βρουν την πίστη τους. «Την άλλη μέρα πήγαμε στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα. Την Κυριακή αυτή δεν μεταλάβαμε. Δεν είχαμε ενημερωθεί έγκαιρα για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και δεν είχαμε νηστέψει. Στο τέλος της Λειτουργίας πήραμε από το χέρι του αντίδωρο. Και παίρνοντας το αντίδωρο του φιλούσαμε όλοι το χέρι! Ήταν κάτι που το επιδίωξε ο ίδιος. Καθώς έδινε το αντίδωρο, πλησίαζε το χέρι του στο στόμα μας. Όλων μας τα μάτια βούρκωσαν από συγκίνηση. Πριν έρθει εκείνος, το αντίδωρο το παίρναμε από ένα πανέρι που τοποθετούσε ο νεωκόρος στο παγκάρι. Την επόμενη Κυριακή πήγαμε σχεδόν όλοι στην εκκλησία. Η εκκλησία ήταν κατάμεστη, το ίδιο και το προαύλιό της. Τη μέρα αυτή μεταλάβαμε όλοι. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας είδαμε τον ιερέα μας να καταλύει ό,τι είχε απομείνει στο Άγιο Ποτήριο από τη μετάληψή μας! Ανοίξαμε όλοι τα ματιά μας από έκπληξη. Νομίζαμε ότι ονειρευόμαστε. Χοντρά και καυτά δάκρυα ανάβρυσαν από τα μάτια μας. Ο προηγούμενος ιερέας ο,τι απέμενε από τη μετάληψή μας -ασφαλώς κατά θεία οικονομία- το έχυνε στο χωνευτήρι».

 

 

Πηγή: orthodoxianewsagency.gr

Αφήστε μια απάντηση