Πως γιόρταζαν τη Μεγάλη Εβδομάδα στον Πόντο

Πως γιόρταζαν τη Μεγάλη Εβδομάδα στον Πόντο

 

Κάθε περιοχή έχει τα έθιμα της και όπως είναι φυσικό οι Έλληνες του Πόντου είχαν μία σειρά από έθιμα, τα οποία τηρούσαν με ευλάβεια κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας. Τη δύσκολη αυτή περίοδο, που βιώνουμε είναι ωραίο να θυμόμαστε τα έθιμα παλαιότερων εποχών. Ιδιαίτερη σημασία για τους Έλληνες του Πόντου είχε η Κυριακή των Βαΐων, όταν παιδιά 10 – 15 χρονών έβγαιναν να ψάλουν τα αντίστοιχα κάλαντα και να λάβουν αντί δώρου τα κερκέλια (κουλούρια) ή  σακιαρλαμάδες (καραμέλες) ή παράδες. Ένα ποντιακό έθιμο της Κυριακής των Βαΐων ήταν και το «βάεμαν». Το απόγευμα του Σαββάτου του Λαζάρου σε ορισμένες περιοχές του Πόντου τα παιδιά κρατώντας ένα ανθισμένο κλαδί λεύκας και ένα καλαθάκι για να βάζουν μέσα τα αυγά που θα μάζευαν, γυρνούσαν τα σπίτια ψάλλοντας την Ανάσταση του Λαζάρου και οι νοικοκυρές τους έδιναν κουλούρια (τα «κερκέλια»), που τα περνούσαν στο κλαδί της λεύκας, αλλά και αυγά. Στα περισσότερα όμως μέρη του Πόντου το «βάεμαν» γινόταν την Κυριακή μετά την εκκλησία.

 

 

 

 

Η Μεγάλη Πέμπτη με τα τσουρέκια

Τη Μεγάλη Πέμπτη οι νοικοκυρές έφτιαχναν τσουρέκια και έβαφαν αυγά με κρεμμυδόφυλλα. Συγκεκριμένα, έπαιρναν φλούδες από κρεμμύδια και τούλι από μπομπονιέρες και το έκοβαν έτσι ώστε να μπορούν να δέσουν τα αυγά. Έπειτα κάλυπταν το αυγό με κρεμμυδόφυλλα και το έβαζαν να βράσει για δέκα λεπτά σε ξίδι και νερό. Μετά τη βράση έβγαζαν την κλωστή που τα είχαν δέσει και έτσι σχηματιζόταν πάνω στα αυγά διάφορα σχέδια και αποχρώσεις. Ύστερα τα σκούπιζαν και τα άλειφαν με λάδι.

 

Τη Μεγάλη Παρασκευή δεν έτρωγαν «ούτ’ ελάδ’». Το μοιρολόγι της Παναγίας ήταν λαϊκός θρήνος της Μεγάλης Παρασκευής, αφιερωμένος στον ψυχικό σπαραγμό που της προκάλεσαν τα Πάθη. Ο ποντιακός ελληνισμός μ’ αυτό το μοιρολόγι, όπως και σε άλλα μέρη του μητροπολιτικού κέντρου, παρακολουθεί τη μητέρα του Χριστού από τη στιγμή που πληροφορείται τα γεγονότα της σύλληψης του γιου της και περιγράφει τις αντιδράσεις της. Διασώζει επίσης τη δραματική σκηνή της παρουσίας της Θεοτόκου μπροστά στον σταυρωμένο Χριστό και την τελευταία συζήτησή της μαζί του.

 

 

 

Τα Λαμπροήμερα

Το Μεγάλο Σάββατο, έτρωγαν ελαφρά το βράδυ (πλακίν με τ’ αβλούκα, κορκοτέναν, σιρβάν κτλ.) και κοιμούνταν νωρίς για να μπορέσουν να ξυπνήσουν εύκολα. Το σπίτι είχε ήδη ετοιμαστεί από τη Μεγάλη Πέμπτη, όταν γινόταν και το αποδράνισμαν των μπακιρικών (το τρίψιμο – καθάρισμα). Τα ρούχα περίμεναν τα μέλη της οικογένειας καθαρά και φροντισμένα. Το «Χριστός Ανέστη», που έλεγε ο παπάς, πάντοτε συνοδευόταν από τον ήχο που έβγαζαν τα πιστόφα, τα ρεβόλα και τα άλλα όπλα που βροντούσαν, για να διαλαλήσουν το ότι αναστήθηκε ο Χριστός. Μετά την είσοδο του ιερέα στην εκκλησία, η λειτουργία συνεχιζόταν ως το πρωί και κανείς βέβαια δεν έφευγε. Τα παιδιά στο προαύλιο τσούγκριζαν τα αυγά. Έπειτα από τη μετάληψη και την απόλυση της εκκλησίας, επέστρεφαν στο σπίτι οικογενειακώς, προσπαθώντας να διατηρήσουν το φως της λαμπάδας για να ανάψουν μ’ αυτό την καντήλα. Συχνά προσκαλούσαν στο σπίτι συγγενείς ή φίλους, για να φάνε μαζί. Το τραπέζι ήταν γεμάτο φαγώσιμα, μη νηστίσιμα. Σημειώνεται ότι το σουβλιστό αρνί δεν συνηθιζόταν στον Πόντο.

 

Το επόμενο πρωί, μόλις τέλειωνε η εκκλησία, έβαζαν τραπέζι κι έτρωγαν όλοι μαζί ως το μεσημέρι. Την πρώτη μέρα του Πάσχα τα καφενεία ήταν κλειστά. Όλος ο κόσμος ήταν έξω από τα σπίτια και τσούγκριζαν αυγά. Οι μεγάλοι, σε ομάδες τριών-τεσσάρων ατόμων πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι μαζί με μια λύρα, χόρευαν, τσούγκριζαν αυγά, τους κερνούσαν ούζο και μετά έφευγαν. Ερχόταν η δεύτερη Ανάσταση, η ώρα 12:00 το μεσημέρι. Οι τρεις μέρες της Λαμπρής στον Πόντο λέγονταν λαμπροήμερα. Σε όλα τα σπίτια το τραπέζι ήταν στρωμένο με πασχαλινά φαγώσιμα και ιδιαίτερα με κόκκινα αυγά και λαμπροκουλούρες.

 

 

Πηγή: orthodoxianewsagency.gr, Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού

 

Αφήστε μια απάντηση